που απασχολούν τον Άνθρωπο σήμερα...

* * * * * * * * *

* * * * * * * * *
"Le temps est accompli, et le royaume de Dieu s'est approché: repentez-vous et croyez à l'évangile." "The time is accomplished, and the kingdom of God is at hand: repent, and believe the gospel." "Die Zeit ist erfüllt, und das Reich Gottes ist nahe gekommen. Tut Buße und glaubet an das Evangelium." "Ο καιρός συμπληρώθηκε και η βασιλεία τού Θεού πλησίασε· μετανοείτε και πιστεύετε στο ευαγγέλιο."

********************************************θέρος 2016*************************************************

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ...


"ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ"......με τον Πάρη Αϊβαλή




Ήταν μια μέρα του Μαΐου, πρωί στην πλατεία με το σιντριβάνι στο Παγκράτι, όπου περιμένουμε να επιβιβάσουμε πελάτες στο ταξί και ενώ ήμουν δεύτερος στη σειρά βλέπω μπροστά στο πρώτο ταξί να πλησιάζουν δύο κυρίες, να φορτώνουν μια βαλίτσα στο πορτμπαγκάζ, τελικά να μπαίνει στο αυτοκίνητο η αρκετά νεώτερη και η άλλη κυρία να μένει στο δρόμο, μετά τους σχετικούς ασπασμούς… Το σημείο που με κέντρισε να κρατήσω αυτό το περιστατικό είναι ακριβώς η επόμενη στιγμή, λίγο μετά αφού έκλεισε η πόρτα και πριν ξεκινήσει το ταξί, η κυρία που έμεινε άλλαξε το πρόσωπό της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα… Δάκρυα της μάνας που χαιρετάει τη θυγατέρα της, που φεύγει για μακριά…

Δεν περνάει ένα λεπτό και μία άλλη κοπέλα με έναν ηλικιωμένο κύριο και μία βαλίτσα έρχονται σε μένα, που πλέον είμαι το πρώτο ταξί στην πιάτσα, φορτώνω τη βαλίτσα και περιμένω να μπουν…, αλλά μπαίνει μόνο η νέα κυρία ενώ ο ηλικιωμένος μένει έξω… Ήταν ο πατέρας της κοπέλας, που κι αυτός χαιρετούσε τη θυγατέρα του, η οποία ζει και εργάζεται στο Παρίσι από τότε που πήγε να σπουδάσει…

Τον τελευταίο καιρό, πριν από το παραπάνω περιστατικό, είχαμε συζητήσει και διαφωνήσει με τον αδελφό μου τον Πάνο, περί του θέματος να φύγει κάποιος και να πάει σ’ άλλη χώρα να εργαστεί όταν στην πατρίδα του αυτό είναι δύσκολο, ενώ κάπου αλλού υπάρχουν καλύτερες συνθήκες… Ο Πάνος το είχε ζήσει προσωπικά ως μετανάστης, αν και εγώ το βίωσα βλέποντας, μικρός τότε, τον πατέρα μου και την μητέρα μου να μην αισθάνονται άνετα, αλλά να πονάει η ψυχή τους για το παιδί τους, το πρώτο τους παιδί, που βρισκόταν στα ξένα… Είναι μνήμες που αναβιώνουν καθώς το σκέφτομαι… και δικαιώνω τις αντιρρήσεις του Πάνου. Δεν περνάνε λίγες μέρες από όλα τα παραπάνω και διαβάζω σε μια από τις επιστολές του Γρηγορίου Ξενόπουλου «για τους ξενιτεμένους», που την έγραψε, στις 21 Απριλίου του 1928, και αφηγείται τον πόνο που έζησε ως ξενιτεμένος από την οικογένειά του, αλλά και την παρηγοριά που βρήκε από ένα λόγο της μητέρας του.

Όμως ας απολαύσουμε τον ίδιο:


***


του Γρηγορίου Ξενόπουλου

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ

(Αθήναι, 21 Απριλίου 1928


Λίγες μέρες πριν από το Πάσχα, είχε πέσει στα χέρια μου το γράμμα μιας μικρής Διαπλασοπούλας, που, πρώτη φορά ξενιτεμένη, έγραφε στη «Διάπλαση» για την ξενιτιά. Α, με τι πόνο που ήταν γραμμένο αυτό το γράμμα! Και πόσο μεταδοτικός γινόταν αυτός ο πόνος μ’ ένα απλό, ανεπιτήδευτο γράψιμο!... Λείπω απ’ την πατρίδα μου τόσα χρόνια, που έπαψα πια να θεωρώ τον εαυτό μου ξενιτεμένο. Ε, η μικρή μας φίλη μ’ έκανε να συλλογιστώ πως κι εγώ στερούμαι το πατρικό μου σπίτι και η μητέρα μου, και να αιστανθώ τον πόνο της ξενιτιάς, όπως σχεδόν τον αισθανόμουν τα πρώτα χρόνια, τότε που δεν τον είχα ακόμα συνηθίσει ή δεν ήξερα το γιατρικό του…

Τη νύχτα πάλι του Μεγάλου Σαββάτου, την ώρα που γινόταν η Ανάσταση, και χτυπούσαν οι καμπάνες χαρμόσυνα, κι έλαμπαν τ’ αναρίθμητα κεριά, κι ανέβαιναν ψηλά οι φωτεινές ρουκέτες, και γέμιζε ο ουρανός από πολύχρωμα άστρα, και ψελνόταν θριαμβευτικά το «Χριστός Ανέστη, κι αναγάλλιαζε κάθε ψυχή, - εγώ ξαναθυμήθηκα το γράμμα της μικρής μας φίλης και τη φαντάστηκα πόσο θα πονούσε, αυτή την ώρα της χαράς, στη μαύρη ξενιτιά της, και πόσο πιο ζωηρά συλλογιζόταν, θα ποθούσε το σπίτι της, τη μητερούλα της.

Κι ο νους μου πήγε στους ξενιτεμένους, σ’ όλους τους ξενιτεμένους, που, σαν κι εκείνη, έκαναν Πάσχα μακριά από τις πατρίδες τους, τους μικρούς προπάντων που για πρώτη φορά ξενιτεύονταν. Και θυμήθηκα – ω, τι ζωηρά, που το θυμήθηκα! – το πρώτο Πάσχα που έκαμα κι εγώ στην Αθήνα, τότε που πρωτόρθα φοιτητής, δεκαπέντε χρονών παιδί… Ήταν, μα την αλήθεια, θλιβερότατο αυτό το Πάσχα της ξενιτιάς! Απορούσα που έβλεπα γύρω μου ανθρώπους τόσο χαρούμενους. Μου φαινόταν ψέματα που αναστήθηκε ο Χριστός. Και βιαζόμουν να τελειώσει η πολύφωτη και πολύκροτη τελετή, για να μείνω μόνος και να κλάψω…

Τον ίδιο πόνο αισθανόμουν σ’ όλες τις μεγάλες γιορτές, σ’ όλες τις μεγάλες χαρές. Θυμόμουν το σπίτι μου, τη μητέρα μου, τους δικούς μου και τίποτα δεν μπορούσε να με παρηγορήσει. Όπως τα θυμούνται κι είναι απαρηγόρητοι όλοι οι ξενιτέμενοι για πρώτη φορά, τα πρώτα χρόνια. Έπειτα, σιγά-σιγά, συνηθίζουν. Εκείνοι τουλάχιστον που είναι υποχρεωμένοι να ζουν στην ξενιτιά, κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία. Στο τέλος, ξεχνούν ολωσδιόλου πως είναι ξενιτεμένοι. Και δεν το θυμούνται με πόνο, παρά κάπου-κάπου, όταν ένα περιστατικό τους φέρνει ξαφνικά μια πολύ ζωηρή ανάμνηση, όταν βρεθούν μπροστά στον ακράτητο πόνο ενός φρεσκοξενιτεμένου, όταν διαβάσουν ένα γράμμα, σαν αυτό που διάβασα εγώ λίγες μέρες πριν από το Πάσχα…

Θυμόμουν λοιπόν, εκείνη τη νύχτα, τα παιδικά μου, τα φοιτητικά μου χρόνια με τον πόνο τους. Κι ανάμεσα στ’ άλλα, θυμήθηκα και την παρηγοριά, το «γιατρικό», που είπα στην αρχή. Το γιατρικό της νοσταλγίας. Κι αυτό μου τόδωσε τότε η μητέρα μου, το πρώτο ή το δεύτερο καλοκαίρι που γύρισα στην πατρίδα μου να περάσω τις διακοπές. Ήμαστε το βράδυ στο περιβόλι μας, η μητέρα μου κι εγώ. Καταφέραμε επιτέλους να μείνουμε μονάχοι, να μιλήσουμε οι δυο μας. Κι είχαμε να πούμε τόσα πολλά ύστερ’ από τόσων μηνών χωρισμό! Αλήθεια γραφόμαστε δυο φορές τη βδομάδα, αλλά είναι πράγματα – τα περισσότερα ίσως και τα καλύτερα – που δε λέγονται παρά με το στόμα… Κι όμως σωπαίνουμε, σα να μην είχαμε να πούμε τίποτα! Η χαρά, η ευτυχία της ένωσης, μας βούβαιναν. Κι ήταν αρκετό για μας να αισθανόμαστε ο ένας κοντά στον άλλο, να κρατιόμαστε αγκαλιασμένοι, να κοιταζόμαστε στα μάτια… Μια στιγμή, δεν ξέρω πώς, σήκωσα τα μάτια μου ψηλά. Ο καλοκαιριάτικος ουρανός έλαμπε μ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια, μ’ όλο του το μυστήριο. Ήταν «νύχτα γλυκιά, και το φεγγάρι…» δεν έβγαινε «να σκεπάσει άστρο κανένα», που λέει κι ο Σολωμός.

- Τι όμορφα! Ψιθύρισα.

Τότε κι η μητέρα μου σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό. Και σε λίγο μου είπε.

- Να, αυτός ο ουρανός με παρηγορούσε για τη στέρησή σου.

- Με την προσευχή;

- Και με τη θέα του μονάχη… Κάθε φορά που σήκωνα τα μάτια μου ψηλά κι έβλεπα αυτό τον απέραντο θόλο, συλλογιζόμουν: «Κάτω απ’ αυτόν ζούμε όλοι. Είναι η κοινή μας στέγη, η μεγάλη». Κι η απόσταση από δω ως την Αθήνα μίκραινε, και μου φαινόταν πως σ’ είχα πάλι εδώ, κοντά μου, πως κοιμόσουν ακόμα στη διπλανή μου κάμαρα, όπως πρώτα…

Α, τι εντύπωση που μου έκανε, τι υποβολή είχε για μένα αυτός ο λόγος της μητέρας μου!... Από τότε, στην ξενιτιά μου, κάθε φορά που θυμόμουν με πόνο τη μητέρα μου, τ’ αδέλφια μου, τους δικούς μου, σήκωνα τα χέρια μου ψηλά, έβλεπα τον ουρανό, αυτό «τον απέραντο θόλο που μας σκεπάζει όλους», και μου φαινόταν πως βρίσκονταν πάλι κοντά μου, στη διπλανή μου κάμαρα. Κι ο πόνος μου γλύκαινε, κι η παρηγοριά έμπαινε στην ψυχή μου βαθιά… Είχα πια το γιατρικό της ξενιτιάς, το αντίδοτο της νοσταλγίας. Το συσταίνω στη μικρή μας ξενιτεμένη. Το συσταίνω σ’ όλους τους ξενιτεμένους.

Σας ασπάζομαι, Φαίδων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου