* * * * * * * * *
"Le temps est accompli, et le royaume de Dieu s'est approché: repentez-vous et croyez à l'évangile." "The time is accomplished, and the kingdom of God is at hand: repent, and believe the gospel." "Die Zeit ist erfüllt, und das Reich Gottes ist nahe gekommen. Tut Buße und glaubet an das Evangelium." "Ο καιρός συμπληρώθηκε και η βασιλεία τού Θεού πλησίασε· μετανοείτε και πιστεύετε στο ευαγγέλιο."
******************************************** χειμώνας 2026 *************************************************
Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011
ΒΑΡΒΑΡΗ ΕΥΤΥΧΙΑ
Ο κόσμος μας ζει μέσα σε υπνοβασία. Περπατεί χωρίς να ξέρει πού κατευθύνεται. Ενεργεί ενστικτωδώς και χωρίς πνευματικές αφορμές. Αναζητεί την ευτυχία, αλλά ο βίος του έχει την παταγώδη πενιχρότητα του πυροτεχνήματος. Είμαστε "πολιτισμένοι", αλλά έχουμε τα χέρια αδειανά. Ο αληθινά πολιτισμένος δε φοβάται, αλλά εμείς τρέμουμε για το μέλλον μας. Αισθανόμαστε μπλεγμένοι σε μιαν απέραντη, σατανική παγίδα, και δεν ξέρουμε πώς ν' απαλλαγούμε για να ξανακούσουμε εντός μας το "ανήριθμον γέλασμα" της Ελευθερίας.>
Κ. Τσιρόπουλος, Η Μαρτυρία του Ανθρώπου
...ο Αιώνιος Λόγος του Θεού έχει τις απαντήσεις σ' όλα τα ζητήματα του Ανθρώπου: "Εάν λοιπόν ο Υιός σάς ελευθερώση, όντως ελεύθεροι θέλετε είσθαι." και "Εάν σείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ, είσθε αληθώς μαθηταί μου' και θέλετε γνωρίσει την αλήθειαν, και η αλήθεια θέλει σας ελευθερώσει." Ιησούς Χριστός (Κατά Ιωάννην, η' 30 και 36). Άρα Αληθινή Ελευθερία έχει ο Άνθρωπος ΜΟΝΟ με τον Ιησού, διότι "όπου είναι το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί ελευθερία" (Κορινθίους Β'. γ'.17).
Τρίτη 7 Ιουνίου 2011
Ανθρώπινη και Θεϊκή δικαιοσύνη

« Πάνε δέκα μέρες τώρα. Σε ένα φιλμάκι από την Ιαπωνία, ένας μεσόκοπος Ιάπωνας, ιχθυοπώλης, λέει με ένα παράπονο που ωριμάζει σε αγανάκτηση: «Αν έριχνα εγώ βρώμικο νερό στη θάλασσα, θα με έπιαναν αμέσως και θα με τιμωρούσαν». Σχολίαζε έτσι, αποκαρδιωμένος, την είδηση πως η διαχειρίστρια εταιρεία του πυρηνικού εργοστασίου της Φουκουσίμα πετάει στη θάλασσα τα νερά που έχουν μολυνθεί από ραδιενέργεια» (Παντελής Μπουκαλάς, Καθημερινή, 15-4-2011).
Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ...

"ΑΝΘΡΩΠΙΝΕ
Δεν περνάει ένα λεπτό και μία άλλη κοπέλα με έναν ηλικιωμένο κύριο και μία βαλίτσα έρχονται σε μένα, που πλέον είμαι το πρώτο ταξί στην πιάτσα, φορτώνω τη βαλίτσα και περιμένω να μπουν…, αλλά μπαίνει μόνο η νέα κυρία ενώ ο ηλικιωμένος μένει έξω… Ήταν ο πατέρας της κοπέλας, που κι αυτός χαιρετούσε τη θυγατέρα του, η οποία ζει και εργάζεται στο Παρίσι από τότε που πήγε να σπουδάσει…
Τον τελευταίο καιρό, πριν από το παραπάνω περιστατικό, είχαμε συζητήσει και διαφωνήσει με τον αδελφό μου τον Πάνο, περί του θέματος να φύγει κάποιος και να πάει σ’ άλλη χώρα να εργαστεί όταν στην πατρίδα του αυτό είναι δύσκολο, ενώ κάπου αλλού υπάρχουν καλύτερες συνθήκες… Ο Πάνος το είχε ζήσει προσωπικά ως μετανάστης, αν και εγώ το βίωσα βλέποντας, μικρός τότε, τον πατέρα μου και την μητέρα μου να μην αισθάνονται άνετα, αλλά να πονάει η ψυχή τους για το παιδί τους, το πρώτο τους παιδί, που βρισκόταν στα ξένα… Είναι μνήμες που αναβιώνουν καθώς το σκέφτομαι… και δικαιώνω τις αντιρρήσεις του Πάνου. Δεν περνάνε λίγες μέρες από όλα τα παραπάνω και διαβάζω σε μια από τις επιστολές του Γρηγορίου Ξενόπουλου «για τους ξενιτεμένους», που την έγραψε, στις 21 Απριλίου του 1928, και αφηγείται τον πόνο που έζησε ως ξενιτεμένος από την οικογένειά του, αλλά και την παρηγοριά που βρήκε από ένα λόγο της μητέρας του.
Όμως ας απολαύσουμε τον ίδιο:
***
του Γρηγορίου Ξενόπουλου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ
(Αθήναι, 21 Απριλίου 1928
Λίγες μέρες πριν από το Πάσχα, είχε πέσει στα χέρια μου το γράμμα μιας μικρής Διαπλασοπούλας, που, πρώτη φορά ξενιτεμένη, έγραφε στη «Διάπλαση» για την ξενιτιά. Α, με τι πόνο που ήταν γραμμένο αυτό το γράμμα! Και πόσο μεταδοτικός γινόταν αυτός ο πόνος μ’ ένα απλό, ανεπιτήδευτο γράψιμο!... Λείπω απ’ την πατρίδα μου τόσα χρόνια, που έπαψα πια να θεωρώ τον εαυτό μου ξενιτεμένο. Ε, η μικρή μας φίλη μ’ έκανε να συλλογιστώ πως κι εγώ στερούμαι το πατρικό μου σπίτι και η μητέρα μου, και να αιστανθώ τον πόνο της ξενιτιάς, όπως σχεδόν τον αισθανόμουν τα πρώτα χρόνια, τότε που δεν τον είχα ακόμα συνηθίσει ή δεν ήξερα το γιατρικό του…
Τη νύχτα πάλι του Μεγάλου Σαββάτου, την ώρα που γινόταν η Ανάσταση, και χτυπούσαν οι καμπάνες χαρμόσυνα, κι έλαμπαν τ’ αναρίθμητα κεριά, κι ανέβαιναν ψηλά οι φωτεινές ρουκέτες, και γέμιζε ο ουρανός από πολύχρωμα άστρα, και ψελνόταν θριαμβευτικά το «Χριστός Ανέστη, κι αναγάλλιαζε κάθε ψυχή, - εγώ ξαναθυμήθηκα το γράμμα της μικρής μας φίλης και τη φαντάστηκα πόσο θα πονούσε, αυτή την ώρα της χαράς, στη μαύρη ξενιτιά της, και πόσο πιο ζωηρά συλλογιζόταν, θα ποθούσε το σπίτι της, τη μητερούλα της.
Κι ο νους μου πήγε στους ξενιτεμένους, σ’ όλους τους ξενιτεμένους, που, σαν κι εκείνη, έκαναν Πάσχα μακριά από τις πατρίδες τους, τους μικρούς προπάντων που για πρώτη φορά ξενιτεύονταν. Και θυμήθηκα – ω, τι ζωηρά, που το θυμήθηκα! – το πρώτο Πάσχα που έκαμα κι εγώ στην Αθήνα, τότε που πρωτόρθα φοιτητής, δεκαπέντε χρονών παιδί… Ήταν, μα την αλήθεια, θλιβερότατο αυτό το Πάσχα της ξενιτιάς! Απορούσα που έβλεπα γύρω μου ανθρώπους τόσο χαρούμενους. Μου φαινόταν ψέματα που αναστήθηκε ο Χριστός. Και βιαζόμουν να τελειώσει η πολύφωτη και πολύκροτη τελετή, για να μείνω μόνος και να κλάψω…
Τον ίδιο πόνο αισθανόμουν σ’ όλες τις μεγάλες γιορτές, σ’ όλες τις μεγάλες χαρές. Θυμόμουν το σπίτι μου, τη μητέρα μου, τους δικούς μου και τίποτα δεν μπορούσε να με παρηγορήσει. Όπως τα θυμούνται κι είναι απαρηγόρητοι όλοι οι ξενιτέμενοι για πρώτη φορά, τα πρώτα χρόνια. Έπειτα, σιγά-σιγά, συνηθίζουν. Εκείνοι τουλάχιστον που είναι υποχρεωμένοι να ζουν στην ξενιτιά, κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία. Στο τέλος, ξεχνούν ολωσδιόλου πως είναι ξενιτεμένοι. Και δεν το θυμούνται με πόνο, παρά κάπου-κάπου, όταν ένα περιστατικό τους φέρνει ξαφνικά μια πολύ ζωηρή ανάμνηση, όταν βρεθούν μπροστά στον ακράτητο πόνο ενός φρεσκοξενιτεμένου, όταν διαβάσουν ένα γράμμα, σαν αυτό που διάβασα εγώ λίγες μέρες πριν από το Πάσχα…
Θυμόμουν λοιπόν, εκείνη τη νύχτα, τα παιδικά μου, τα φοιτητικά μου χρόνια με τον πόνο τους. Κι ανάμεσα στ’ άλλα, θυμήθηκα και την παρηγοριά, το «γιατρικό», που είπα στην αρχή. Το γιατρικό της νοσταλγίας. Κι αυτό μου τόδωσε τότε η μητέρα μου, το πρώτο ή το δεύτερο καλοκαίρι που γύρισα στην πατρίδα μου να περάσω τις διακοπές. Ήμαστε το βράδυ στο περιβόλι μας, η μητέρα μου κι εγώ. Καταφέραμε επιτέλους να μείνουμε μονάχοι, να μιλήσουμε οι δυο μας. Κι είχαμε να πούμε τόσα πολλά ύστερ’ από τόσων μηνών χωρισμό! Αλήθεια γραφόμαστε δυο φορές τη βδομάδα, αλλά είναι πράγματα – τα περισσότερα ίσως και τα καλύτερα – που δε λέγονται παρά με το στόμα… Κι όμως σωπαίνουμε, σα να μην είχαμε να πούμε τίποτα! Η χαρά, η ευτυχία της ένωσης, μας βούβαιναν. Κι ήταν αρκετό για μας να αισθανόμαστε ο ένας κοντά στον άλλο, να κρατιόμαστε αγκαλιασμένοι, να κοιταζόμαστε στα μάτια… Μια στιγμή, δεν ξέρω πώς, σήκωσα τα μάτια μου ψηλά. Ο καλοκαιριάτικος ουρανός έλαμπε μ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια, μ’ όλο του το μυστήριο. Ήταν «νύχτα γλυκιά, και το φεγγάρι…» δεν έβγαινε «να σκεπάσει άστρο κανένα», που λέει κι ο Σολωμός.
- Τι όμορφα! Ψιθύρισα.
Τότε κι η μητέρα μου σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό. Και σε λίγο μου είπε.
- Να, αυτός ο ουρανός με παρηγορούσε για τη στέρησή σου.
- Με την προσευχή;
- Και με τη θέα του μονάχη… Κάθε φορά που σήκωνα τα μάτια μου ψηλά κι έβλεπα αυτό τον απέραντο θόλο, συλλογιζόμουν: «Κάτω απ’ αυτόν ζούμε όλοι. Είναι η κοινή μας στέγη, η μεγάλη». Κι η απόσταση από δω ως την Αθήνα μίκραινε, και μου φαινόταν πως σ’ είχα πάλι εδώ, κοντά μου, πως κοιμόσουν ακόμα στη διπλανή μου κάμαρα, όπως πρώτα…
Α, τι εντύπωση που μου έκανε, τι υποβολή είχε για μένα αυτός ο λόγος της μητέρας μου!... Από τότε, στην ξενιτιά μου, κάθε φορά που θυμόμουν με πόνο τη μητέρα μου, τ’ αδέλφια μου, τους δικούς μου, σήκωνα τα χέρια μου ψηλά, έβλεπα τον ουρανό, αυτό «τον απέραντο θόλο που μας σκεπάζει όλους», και μου φαινόταν πως βρίσκονταν πάλι κοντά μου, στη διπλανή μου κάμαρα. Κι ο πόνος μου γλύκαινε, κι η παρηγοριά έμπαινε στην ψυχή μου βαθιά… Είχα πια το γιατρικό της ξενιτιάς, το αντίδοτο της νοσταλγίας. Το συσταίνω στη μικρή μας ξενιτεμένη. Το συσταίνω σ’ όλους τους ξενιτεμένους.
Σας ασπάζομαι, Φαίδων
Τρίτη 12 Απριλίου 2011
Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΑΣΧΑ
«Το πάσχα ημών εθυσιάσθη υπέρ ημών, ο Χριστός»
Κορινθίους Α’ ε:7
Πάσχα σημαίνει Πέρασμα, Έξοδος
Στην Παλαιά Διαθήκη ο λαός Ισραήλ επί τετρακόσια χρόνια υπέμεινε στην Αίγυπτο τη δουλεία και την καταπίεση των Φαραώ. Στο τέλος, δεν άντεξε και στράφηκε και πάλι στην εκζήτηση του Θεού, από Τον οποίο είχε απομακρυνθεί στην ξένη γη που ζούσε. Ο Θεός ανταποκρίθηκε στη φωνή τους με αγάπη κι έστειλε το Μωυσή να τους οδηγήσει στην ελευθερία που ποθούσαν, με σκοπό μάλιστα να τους χαρίσει τη δική τους πατρίδα, όπως τους είχε υποσχεθεί. Τη Γη της Επαγγελίας. Ο Θεός έδειξε την απόλυτη εξουσία και δύναμή Του, χτυπώντας τη γη της δουλείας και τον αμετανόητο Φαραώ με δέκα οδυνηρές πληγές. Για τους πιστούς Του είχε έρθει η ώρα της Εξόδου. Όμως, αυτή η έξοδός από την ξένη γη οριοθετήθηκε με μία θυσία απαραίτητη για όλους. Ήταν εντολή του Θεού: «Ας λάβωσιν εις εαυτούς έκαστος εν αρνίον… το δε αρνίον σας θέλει είσθαι τέλειον, αρσενικόν ενιαύσιον… και θέλετε σφάξει αυτό προς το εσπέρας», «και το αίμα θέλει είσθαι εις εσάς διά σημείον επί των οικιών, εις τας οποίας κατοικείτε· και όταν ίδω το αίμα, θέλω σας παρατρέξει, και η πληγή δεν θέλει είσθαι εις εσάς …» Έξοδος ιβ:3-6,13. Έτσι, ξεκίνησε ο λαός Ισραήλ την πορεία του από τη γη της δουλείας προς τη γη της επαγγελίας. Σε ενθύμηση, λοιπόν, αυτού του Περάσματος, της Εξόδου, γιόρταζαν και γιορτάζουν το Εβραϊκό Πάσχα. Βεβαία, κάποιος μπορεί να ρωτήσει: Τι σχέση έχουν όλα αυτά μ’ εμάς σήμερα; Αλήθεια, εμείς ποια Έξοδο γιορτάζουμε και από πού;
Ο απόστολος Παύλος γράφει για τα γεγονότα και τις εντολές της Παλαιάς Διαθήκης: «Ταύτα δε πάντα εγίνοντο εις εκείνους παραδείγματα, και εγράφησαν προς νουθεσίαν ημών…». Κορινθίους Α’ ι:11 « …τα οποία είναι σκιά των μελλόντων, το σώμα όμως είναι του Χριστού». Κολοσσαείς β:17»
Στην Καινή Διαθήκη μάς αποκαλύπτετε ότι στο σώμα του Χριστού, στην εκκλησία Του, κάθε μέλος (πρέπει να) έχει μία ανάλογη πορεία. Ένα προσωπικό Πάσχα. Μία προσωπική Έξοδο από τη γη της δουλείας και την καταπίεση της αμαρτίας και μια προσωπική πορεία προς τη γη της επαγγελίας, τη Βασιλεία των Ουρανών.
Όμως, όπως τότε έτσι και σήμερα χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις. Καταρχήν, ο άνθρωπος πρέπει να αναγνωρίσει την κατάστασή του. Να νιώσει ότι βρίσκετε σε ξένη γη. Ότι δουλεύει έναν ξένο αφέντη, το Διάβολο και ότι δε ζει στην ελευθερία που δίνει μόνο ο Θεός. Και τότε να βοήσει, να εκζητήσει τον Μόνο που μπορεί να τον σώσει και να τον ελευθερώσει, τον Πατέρα Θεό. Αυτή η φωνή είναι μια φωνή εκζήτησης της αγάπης και της αλήθειας, που δεν μπορεί να βρει ο άνθρωπος σ’ αυτό τον κόσμο τον πονηρό και διεστραμμένο. Και αυτή η φωνή ακούγεται και απαντιέται από την αγάπη του Θεού διά Ιησού Χριστού.
Το έργο και οι προϋποθέσεις από τη μεριά του Θεού είναι ήδη δοσμένες. «Ο Θεός δεικνύει την εαυτού αγάπην εις ημάς, διότι ενώ ημείς ήμεθα έτι αμαρτωλοί, ο Χριστός απέθανεν υπέρ ημών». Ρωμαίους ε:8. Η έξοδος από την ξένη γη της δουλείας της αμαρτίας, οριοθετήθηκε και πάλι με μία θυσία, τη θυσία του Ιησού Χριστού στο σταυρό του Γολγοθά. Το «τέλειον αρνίον». Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, είπε για τον Ιησού: «Ιδού, ο Αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ιωάννης α:29. Αυτός είναι το «Εσφαγμένον Αρνίον», που με το αίμα Του νικήθηκε ο Διάβολος από κάθε έναν πιστό. «Και αυτοί ενίκησαν αυτόν διά το αίμα του Αρνίου…» Αποκάλυψις ιβ:11. Είναι το «Αρνίον» που θυσιάστηκε από αγάπη για τον άνθρωπο, που «…παρεδόθη διά τας αμαρτίας ημών και ανέστη διά την δικαίωσιν ημών». Ρωμαίους δ:25. Είναι ο Ιησούς Χριστός που είπε στους μαθητές Του: «Μεγαλητέραν ταύτης αγάπην δεν έχει ουδείς, του να βάλη τις την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού». Ιωάννης ιε:13
Σήμερα σε καλεί και σένα να γιορτάσεις το δικό σου Πάσχα, την Έξοδο σου από το σκοτεινό κόσμο της αμαρτίας και το Πέρασμά σου σε μία ένδοξη πορεία ζωής προς το θαυμαστό Του φως.
«Και είδον και ήκουσα φωνήν αγγέλων… και ήτο ο αριθμός αυτών μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων, λέγοντες μετά φωνής μεγάλης· Άξιον είναι το Αρνίον το εσφαγμένον να λάβη την δύναμιν και πλούτον και σοφίαν και ισχύν και τιμήν και δόξαν και ευλογίαν». Αποκάλυψις ε:11-12
Αιμίλιος Μπαρμπάτος
